Ένα καπέλο γεμάτο βροχή.


Γράφει ο Δημήτρης Αρβανίτης.
Συνταγματάρχης ε.α.
http://www.frognews.gr

Εκείνος καθόταν στο καφέ κι έπινε τον ελληνικό του. Διπλό και σκέτο. Η ζάχαρη δεν του έκανε καλό και την απέφευγε. Βλέπεις το γήρας δεν έρχεται μόνο, συνήθιζε να λέει. Δεν ήταν όμως έτσι. Σε ότι αφορά τη περίπτωση του δηλαδή, γιατί πενηντατριάρης σαν κι αυτόν μόνο γέρο δεν τον λες. Από δεκαοχτώ χρονών ερωτεύτηκε τα πελάγη. Κι ήταν συνέχεια στα νερά, γητευτής των θαλασσών, εκτός απ’ τα δύο χρόνια που φοίτησε στην Σχολή Εμπορικού Ναυτικού στη Σύρο. Είχε χάσει τους γονείς του νωρίς κι η αδελφή του έμενε στο Λονδίνο χρόνια πολλά τώρα αφού είχε παντρευτεί έναν κοκκινόκωλο Εγγλέζο.
Δεν ήταν πάντα μόνος. Στα τριάντα του είχε παντρευτεί τη Βικτώρια, μια εξωτική ομορφιά απ’ το Σαν Ντομένικο. Την έφερε στην Ελλάδα, της αγόρασε κι ενα σπίτι στη Γλυφάδα και για δυο χρόνια ήταν στον έβδομο ουρανό μαζί της.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή 
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε 
με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή... 

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ' άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη 
γιατί ήταν μιαν αναίσθητη γυναίκα και κοινή

Λες κι ο Καββαδίας είχε γράψει τους στίχους αυτούς για κείνον. Γιατί τη Βικτωρια δεν την είχε ζωγραφιά στη καρδιά του αλλά στο δεξί του μπράτσο, όπου είχε κάνει τατουάζ, με κόκκινα γράμματα το όνομα της. Κι ο εραστής της δεν ήταν μαύρος αλλά λευκός, δηλαδή ο νταβρατισμένος χασάπης της γειτονιάς, με τον οποίο έμεινε έγγυος και πήγε να μείνει μαζί του. Κι από τότε δεν ξαναείδε σοβαρά γυναίκα κι όξω από κείνες του πληρωμένου έρωτα των λιμανιών, άλλες δεν επλησίαζε.
Περάσαν τα χρόνια, έγινε πετυχημένος καπετάνιος, κυβέρνησε καράβια πολλά, αντιμετώπισε καταιγίδες και τρικυμίες, αλλά στη προσωπική του ζωή, αποτυχία σκέτη. Φέτος βγήκε στη σύνταξη μετά από 35 χρόνια θαλάσσιας υπηρεσίας κι έντρομος διαπίστωσε πως δεν είχε τίποτε να κάνει. Η αδελφή του στο Λονδίνο, άλλους συγγενείς δεν είχε κι οι φίλοι του όχι πολλοί, σκορπισμένοι σε κάθε γωνιά του κόσμου. Προσπαθούσε να προσαρμοστεί στη στεριά μα αυτή τον ζάλιζε πιότερο απ’ τη θάλασσα. Είχε επιλέξει ένα συγκεκριμμένο τρόπο ζωής. Ξύπναγε το πρωί, περπατούσε μεχρι τη παραλία να πάρει την αύρα της θάλασσας κι εκεί μπροστά της, έπινε τον πρώτο καφέ της ημέρας. Μετά γύριζε στό κέντρο και για καμιά ώρα μελετούσε το στοίχημα κι έριχνε τα δελτία του. Οχι ότι είχε ανάγκη τα λεφτά, αλλά ήθελε κάτι να περιμένει. Ύστερα πήγαινε σπίτι του, μαγείρευε, έτρωγε κι έπεφτε για ύπνο. Το απόγευμα ήταν η δεύτερη βόλτα κι ο δεύτερος καφές. Μόνο που τούτη τη φορά ήταν στο πάρκο.
Όπως και σήμερα άλλωστε που βρέχει. Κι ήταν μια σιγανή βροχή, μουρμουριστή που δεν έλεγε να σταματήσει. Εκείνος τραβούσε τζούρες καφέ και τσιγάρου χαζεύοντας. Είχε αρχίσει ήδη να σκοτεινιάζει. Ένα ελαφρό αεράκι παράσερνε τις σταγόνες και τις έκανε να φαντάζουν χορεύτριες στο τεμπέλικο φώς που έριχναν οι φανοστάτες του πάρκου.
Ξαφνικά είδε εκείνη, μια ψηλή φιγούρα με μαλλιά λυτά που έφταναν τους ώμους. Θα πλησίαζε τα σαράντα, εξαιρετικά όμορφη, με στιλ αριστοκρατικό, αλλά εκείνο που έκανε αμέσως εντύπωση ήταν το μελαγχολικό της πρόσωπο. Φορούσε καπαρτίνα κι ένα πλατύ καπέλο στο κεφάλι. Ήταν μούσκεμα και το καπέλο της γεμάτο βροχή. Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της, αλλά εκείνη ούτε καν κοίταξε γύρω της. Ζήτησε ένα κρύο σάντουιτς, το πήρε, πλήρωσε και βγήκε. Την ακολούθησε με το βλέμμα του μέχρι που χάθηκε στο πάρκο. Μετά από δέκα λεπτά εμφανίστηκε και κάθησε στο παγκάκι. Δεν έκανε τίποτε, μόνο έτρωγε τη βροχή. Αν είναι δυνατόν σκέφτηκε, θα αρρωστήσει αυτή η γυναίκα. Χωρίς να καταλάβει γιατί, πήρε την ομπρέλλα του και βγήκε απ’ το καφέ. Τη πλησίασε, κάθησε δίπλα της κι ανοιξε την ομπρέλλα κρατώντας τη ψηλά να προστατεύει και τους δύο.
- Επιτρέπεται; Ρώτησε, αλλά αυτός είχε ήδη καθίσει. Εκείνη δεν απάντησε. Εκείνος συνέχισε.
- Ξέρετε με τόση βροχή, θα αρρωστήσετε.
- Ε και; Απάντησε ρωτώντας εκείνη.
- Και, νοσοκομεία, γιατροί, φάρμακα, έξοδα.
- Ας είναι είπε, αυτό το θέαμα αξίζει το κόπο. Σας αρέσει η βροχή;
- Κοιτάξτε εγώ ναυτικός είμαι, δηλαδή ήμουν, τριανταπέντε χρόνια. Έφαγα το πελαγίσιο νερό με το κουτάλι. Αλλά για το βρόχινο τι να σου πω; Πάντως με την ευρεία έννοια του όρου μοιάζουμε, δηλαδή είμαστε του υγρού στοιχείου και οι δύο, είπε εκείνος και γέλασε. Εκείνη όμως ούτε το όμορφο χειλάκι της δεν έσκασε. Πέρασαν κάποια λεπτά σιωπής. Το πρόσωπο της ήταν λαμπερό αλλά χαρακτηριστικά ακίνητο. Λες και υπήρχε κάτι που γράπωνε τους μυς του προσώπου και δεν τους επέτρεπε να κινηθούν.
- Μπορείτε να μου διηγηθείτε κάτι εντυπωσιακό απ΄τη ναυτική σας ζωή;
- Μμμ, ναι. Πριν πολλά – πολά χρόνια, σ ενα μπαρ του Σαν Ντομένικο γνώρισα μια νεαρή μελαχρινή καλονή. Είχαμε μείνει για επισκευές εκεί κοντά τρεις μηνες. Πριν φύγουμε τη παντρεύτηκα κι όπως ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια, τη πήρα μαζί μου στον Πειραιά. Δυο χρόνια μετά με παράτησε κι έφυγε μ άλλον. Σοκαρίστηκα κι από τότε δεν έχω κάνει σοβαρή σχέση.
- Λάθος της και λάθος σου σχολίασε και βυθίστηκε πάλι στις δικές της σκέψεις. Ξαφνικά ένα ασθενοφόρο σταμάτησε στην είσοδο του πάρκου. Δυό νεαροί νοσοκόμοι κατέβηκαν και κατευθύνθηκαν προς στο μέρος της.
- Κυρία Βικτώρια, θα αρρωστήσετε μένοντας τόσην ώρα στη βροχή. Ελάτε να γυρίσουμε στο ίδρυμα.
- Ναι πρέπει να γυρίσουμε είπε εκέινη, ξεχάστηκα.
- Συγγνώμη τι συμμβαίνει ρώτησε εκείνος.
- Τίποτε κύριε, απάντησε ο ένας καθώς ο άλλος με τη Βικτώρια έμπαιναν στο ασθενοφόρο. Η κυρία νοσηλεύεται σε μας με βαρειάς μορφής κατάθλιψη. Τη κυνηγάμε, γιατί συνήθως φεύγει. Αλλά τελευταία έρχεται εδώ. Πριν έξι μήνες έχασε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα τον άντρα της και τα δύο της τα παιδιά. Από τότε δεν μπόρεσε να συνέλθει.
Όπως έφευγε το ασθενοφόρο, εκείνη του έγνεψε κι εκείνος ανταπόδωσε. Την επόμενη μέρα πήγε στο ιδιωτικό θερπευτήριο και ζήτησε να τη δει. Ήταν το ίδιο σκληρή όπως και τη προηγούμενη. Όμως με το πέρασμα της ώρας άρχισε να μαλακώνει . Και τη μέρα αυτή ακολούθησαν κι άλλες.
Γι’ αυτό αν κάποιο βροχερό βράδυ δείτε δύο καπέλα γεμάτα βροχή στα δρομάκια του πάρκου, μη τρομάξετε. Δεν θα είναι ούτε τρελλοί, ούτε άστεγοι.
Θα είναι εκείνη κι εκείνος!

Υγιαίνετε αδέλφια.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Όλα τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους από τους διαχειριστές του ιστολογίου.
Σχόλια υβριστικά, συκοφαντικά, ειρωνικά, υποτιμητικά, μειωτικά και απαξιωτικά ή σχόλια χυδαία, σεξιστικά, ρατσιστικά και θρησκευτικού μίσους, σχόλια με μηνύματα που δεν καταλαβαίνουμε και προβοκατόρικα ή σχόλια που δεν έχουν σχέση με τη παραπάνω ανάρτηση, ΔΕΝ θα δημοσιεύονται.
Επίσης ΔΕΝ θα δημοσιεύονται σχόλια που δείχνουν φανερά ότι ο σχολιαστής δεν γνωρίζει καν το θέμα που σχολιάζει, έχει φανερά πλήρη άγνοια για το αντικείμενο της ανάρτησης και απλώς σχολιάζει για να δει το σχόλιο του να δημοσιεύεται και να αισθανθεί ο ίδιος ικανοποίηση.
Τα σχόλια και τα κείμενα των αναγνωστών εκφράζουν τους ίδιους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.
Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας να διατυπώνουν τα σχόλια τους με κόσμιο τρόπο για να δημοσιευτούν.
Η Ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια για να πούμε αυτό που θέλουμε και να ασκήσουμε την κριτική μας, αποφεύγοντας όλα τα πιο πάνω που αναφέρονται.
Εάν παρ' όλα αυτά κάποιος θεωρεί ότι θίγεται από ανάρτηση ή σχόλιο στο Blog, καλείται να επικοινωνήσει μαζί μας μέσω του e-mail προς αποκατάσταση.