
Ξέρουν τάχα οι νεότεροι τη Βρύση της Κοζίλης; Τα νερά της μάς δρόσιζαν – αναμνήσεις μου πρὸ εβδομηκονταετίας και πλέον – στην ανηφορική πορεία μας προς το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, βόρεια της Κάτω Κανδήλας, νοτιοανατολικά απ᾽τα Κραββαρέικα. Σήμερα σπάνια είσαι πεζοπόρος εκεί· περνάς με τ᾽αυτοκίνητο, την αγνοείς. Για το σταμάτημα όμως των περαστικών τότε και των γύρω κτηνοτρόφων και εργαζομένων στα χωράφια ήταν ένας σταθμός.
Πολλές φορές δροσίστηκε απ᾽ τα νερά της και ο τότε μαθητής - ποιητής μας (Αλέξανδρος Σιδεράς, ο Αλέκος), πηγαίνοντας τ᾽ άλογά της οικογένειας να βοσκήσουν πιο πάνω.
Στα Κατάλοιπά του βρήκα όχι μόνον τα επιστημονικά του βιβλία, αλλά και τα χειρόγραφα (283 σελίδες συνολικά) μαθητικά του ποιήματα, ένα των οποίων, όπως φαίνεται, εμπνεύστηκε από την ανάμνηση της δροσερής ευεργεσίας της Βρύσηςτης Κοζίλης, ἡ οποία, ὅπως μαθαίνουμε απ᾽το ποίημα, υπήρχε απ᾽την αρχαιότητα, απ᾽τον καιρό της Αλυζίας λοιπόν, και την αναζήτησαν στον καιρό μας “Ἀρχαιολόγοι Γερμανοί”.
Ας ιδούμε όμως το ποίημα του Αλέκου, απόρροια όχι μόνον της δροσερής επίδρασης των νερών της βρύσης, αλλά και της παρατήρησης της γύρω φύσης.
Η ΒΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΖΙΛΗΣ
Σιμὰ στὴν κρύα ρεματιὰ
τὴ δροσοστολισμένη
ὅπου λαλοῦνε τὰ πουλιὰ
καὶ γύρω κατεβαίνει
φρέσκο τ᾽ ἀγέρι τὴν αὐγὴ
καὶ μέσ᾽ στὰ δέντρ᾽ ἀρχίζει
γλυκὰ νὰ ψιθυρίζῃ
ἐκεῖ μιὰ βρύση δροσερή
κρυμμένη στὰ χορτάρια
κυλάει νερὰ καθάρια.
Σὰν πόσα χρόνια νά ᾽ζησε
Καὶ πόσα θὲ νὰ ζήσῃ!
Πόσους πολέμους ν᾽ ἄκουσε
εἰς τῶν κλεφτῶν τὴ ζήση!
Στὰ κρυσταλλένια της νερὰ
οἱ κλέφτες ἐλουζόταν
δίπλα ξεκουραζόταν
τὰ καριοφίλια τὰ βαριά
ἀραδιαστὰ βαλμένα
μπαρουτοκαπνισμένα.
Εἶχε τοὺς κλέφτες συντροφιά
κουβέντα της τ᾽ ἀηδόνια
παντοτινὴ παρηγοριὰ
τὰ πετροχελιδόνια.
Κι ὅταν σὲ μάχη στὰ βουνά
τριγύρω ἀντιλαλοῦσε
αὐτὴ γοργοκυλοῦσε
τὰ κρυσταλλένια της νερά
κι ἔψαλλε στὸ λουλούδι
τῆς νίκης τὸ τραγούδι.
Μὰ ἦρθε βαρυχειμωνιά
καὶ τὸ κλαρὶ στενάζει
πλημμύρισεν ἡ ρεματιά
Κι ὅ τι εὕρει κατεβάζει·
χῶμα, λιθάρια καὶ κλαριά.
Σὰν συναντᾶ στὸ δρόμο
τὴ βρύση ποὺ μὲ τρόμο
θωρεῖ τὰ μαῦρα της νερά
θεριεύει καὶ φουντώνει
μὲ χώματα τὰ χώνει.
Κι ἐθάφτηκε στὴ γῆ βαθιά
ἡ βρύση ἡ παινεμένη
σιμὰ στὴν κρύα ρεματιά
τὴ δεντροστολισμένη.
Μέσα στὴν ἄλαλη τὴ γῆ
Βαριὰ καθὼς κοιμόταν
τῆς μάχης π᾽ ἀναβόταν
ἄκουγε τὴν ἀναβουή
ὅπου σκορποῦσαν χίλια
κλέφτικα καριοφίλια.
Τὰ χρόνια πέρναγαν γοργά
κι ἡ ἱστορικὴ ἡ βρύση
πάει ξεχάστηκε ἡ φτωχιά
σὰν νὰ μὴν εἶχε ζήσῃ!…
Κι ὅτι ὑπῆρχε μοναχή
στὸν κόσμο εἶχ᾽ ἀπομείνει
στὴ ρεματιὰ ἐκείνη
κάποια βρυσούλα δροσερή
χωρὶς κανεὶς νὰ ξέρῃ
ποῦ εἶχε κρυφὸ λιμέρι.
Μύθους καὶ θρύλους πλάσανε
κι ὄμορφα παραμύθια
τῆς βρύσης σὰν ξεχάσανε
ποιὰ ἦταν ἡ ἀλήθεια.
Κι ἐλέγανε πὼς στὸ βουβό
Τὸ μάρμαρο κλεισμένη
Βοσκοπούλα ὑφαίνει
σ᾽ ἕναν ὁλόχρυσο ἀργαλειό.
Χαρά στον πὄχει τύχη
τὴ βρύση νὰ πετύχῃ!
Ἀρχαιολόγοι Γερμανοί
σκάψαν γιὰ νὰ τὴ βροῦνε·
τὰ χώματα βαθιὰ στὴ γῆ
κρυφὰ τήνε κρατοῦνε.
Μὰ ἕνα χειμῶνα γίνεται
μιὰ δυνατὴ πλημμύρα·
ἀγριεμένος χύνεται
ὁ χείμαρρος κι ἀφρίζει
θολώνει καὶ μουγκρίζει.
Καὶ κατεβαίνοντας μ᾽ ὁρμή
τὸ χῶμα συνεπαίρνει
κι ἀπὸ τὸν Ἄδη στὴ ζωή
τὴ βρύση ξσναφέρνει.
Καὶ νά τη· ἐκεῖ στὴ ρεματιά
τὴ δεντροστολισμένη
ἡ βρύσ᾽ ἡ δοξασμένη
μὲ τὰ κρυστάλλινα νερά
πάλι σὰν πρῶτ᾽ ἀρχίζει
νὰ γλυκομουρμουρίζῃ!...
Μέσα στοῦ ἥλιου τὰ φιλιά
λάμπουνε τὰ νερά της
καὶ χίλια λούλουδα τρελλά
ἀνθοῦν ὁλόγυρά της.
Μύρια πουλάκια ροβολοῦν
ἐκεῖ νὰ δροσιστοῦνε
κι ἀμέσως ἀρχινοῦνε
τριγύρω νὰ γλυκολαλοῦν
καὶ νὰ πηδοῦν μὲ χάρι
στὸ πράσινο χορτάρι.
Οἱ βοσκοποῦλες ροβολοῦν
νὰ πλύνουν τὰ προικιά τους
καὶ στὰ νερὰ γλυκοθωροῦν
τὴν τόσην ὀμορφιά τους.
Κάθε διαβάτης σταματᾷ
ἐκεῖ στὴν κρύα βρύση
τὴ δίψα του νὰ σβήσῃ
στὰ παγωμένα της νερά
καὶ χαίρεται ἡ καρδιά του
γιὰ ὅ τι θωρεῖ ἡ ματιά του.
Φτωχιὰ βρυσούλα δροσερή
σ᾽ ἔθαψ᾽ ἡ ἀνεμοζάλη·
μὰ κάποια μέρα γιορτερή
σ᾽ ἀνάστησε καὶ πάλι.
Ἔφαγε ὁ χρόνος τὴν παληά
ἄφθαρτην ὀμορφιά σου
μὰ τὰ γλυκὰ νερά σου
τρέχουν στὴν ἔρμη ρεματιά
πιὸ κρύα πιὸ δροσᾶτα
μὲ μυρουδιὲς γeμᾶτα!...
Τρέχε βρυσοῦλα ταπεινή
στοῦ δάσους τὴ γαλήνη…
Γύρω σου χύνουν περισσὴ
μοσχοβολιὰ οἱ σχοῖνοι…
Μύρια πουλάκια σὲ φιλοῦν
καὶ σ᾽ ἔχουν σὰ μητέρα·
γιὰ σένα ὅλη μέρα
στὰ δέντρα γλυκοκελαηδοῦν…
Τρέχε βρυσοῦλα τρέχε,
τὰ λουλουδάκια βρέχε!!!...
Ἀλέξανδρος Σιδερᾶς 8 Νοεμβρίου 1953
Πάρα πολύ όμορφο και συγκινητικό ποίημα ! Δροσίστηκε η ψυχή μας !
ΑπάντησηΔιαγραφήΘα ήταν μεγάλη μας τιμή αν μοιραζόσασταν μαζί μας και κάποιο ακόμη απόσπασμα από τις σημειώσεις του, δίνοντας μας την ευκαιρία να γίνουμε κοινωνοί του έργου και της σκέψης του.
ΑπάντησηΔιαγραφή