Ἀλέξανδρος Σιδερᾶς 30 Μαρτίου 1953 - Ποίημα ''Νοσταλγία''.


Γράφει η κα Παρασκευή Σιδερά - Λύτρα *.

Οι νέοι στα χωριά μας έχουν σήμερα όλα τα σχολεία μπροστά στην πόρτα τους, ενώ εμείς έπρεπε από μικροί να ξενιτευτούμε. Οι γονείς μας έλεγαν: “Να μάθουν τα παιδιά γράμματα, για να μη βασανίζονται σαν και μάς”. Συχνά σε κάποια πόλη βρίσκονταν ένας μπάρμπας ή μια θειά, που μάς έπαιρναν στην οικογένειά τους και μαθαίναμε γράμματα, με ευοίωνες προοπτικές για εξέλιξη. Η νοσταλγία του χωριού έμενε εντούτοις, στην καρδιά των ξενιτεμένων.
Έτσι και ο μαθητής-ποιητής μας, του οποίου δημοσιεύσαμε ποίημα πρόσφατα, βρέθηκε στην Πάτρα για φοίτηση στο γυμνάσιο, φιλοξενούμενος σε θειά του. Η νοσταλγία παρά την ικανοποίηση, που προσέφερε η μάθηση, έμενε…και τη νοσταλγία την έκανε ποίηση.
Και, αφού για το πρόσφατα δημοσιευθέν ποίημα του μαθητή-ποιητή μας Αλέκου, αργότερα καθηγητή Πανεπιστημίου, αναγνώστες εξέφρασαν την εκτίμησή τους, την ευχαρίστησή τους – ο ένας προτρέπει μάλιστα σε δημοσίευση κι άλλων –, δημοσιεύουμε σήμερα ακόμη ένα ποίημά του, με τη σφραγίδα της “Νοσταλγίας” αυτού, που στερείται. Στο ποίημα δεν μιλά μόνον ένας ρομαντικός, αλλά ένας νοσταλγός.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ἀγαπημένο μου χωριό, τὰ κρίνα τὰ νερά σου
τὰ δέντρα, τὶς βουνοπλαγιές, τὰ λούλουδα τ᾽ ἀγνά σου
τὶς ὑψηλὲς ραχοῦλες σου, τὰ πράσινα λειβάδια
τοῦ κάμπου τὴν ἀπλοχωριὰ ποὺ βόσκουν τὰ κοπάδια
τὰ πόθησα, τὰ πόνεσα καὶ δὲν ἀντέχω πιὰ
βαρέθηκα μονάχος μου στὴν ἔρμη ξενητειά.


Ἔρχεται τώρα ἡ ἄνοιξι, γλυκὸ καλοκαιράκι
μ᾽ ἄνθη μὲ φύλλα θὰ ντυθῆ τ᾽ὁλόγυμνο κλαράκι
θὰ στολιστῆ μὲ λούλουδα πολύχρωμα ἡ φύση
κάθε πουλὶ στὴν πρώτη του φωλιὰ θὲ νὰ γυρίση…
Κι ἐγὼ στὰ ξένα μακριὰ δὲν θέλω πιὰ νὰ ζῶ
θέλω χωριό μου γρήγορα κοντά σου νὰ βρεθῶ!

Τί μ᾽ ὠφελοῦνε κι ἂν κυττῶ μὲ δακρυσμένα μάτια
δρόμους λαμπροὺς, ἀσφάλτινους, πανύψηλα παλάτια…
Φῶτα πολύχρωμα, βουνά κι ἄνθη λουλουδιασμένα·
ὅλα εἶν᾽ ἄλαλα, βουβὰ κι ἀγνώριστα καὶ ξένα…
Ὅλα τριγύρω μοῦ μιλοῦν μ᾽ ἀγνώριστη λαλιὰ
κι ἀναστενάζει καὶ πονεῖ ἡ δόλια μου καρδιά!

Θέλω στ᾽ ἀγαπημένο μου χωριὸ γιὰ νὰ γυρίσω
τὴν γαλανὴν ἀκρογιαλιὰ, τοὺς κάμπους ν᾽αντικρύσω.
Θέλω νὰ ἰδῶ τὰ σπίτια σου στὰ δέντρα φωλιασμένα
χαρούμενα ὁλοκάθαρα, ἀνάρια σκορπισμένα
μὲ κήπους ἀνθοστόλιστους μὲ λούλουδα πολλὰ
μὲ δέντρα καταπράσινα μὲ κρύσταλλα νερά.

Θέλω νὰ ἰδῶ τὸ σπίτι μου ᾽κεῖ στοῦ χωριοῦ τὴν ἄκρη
λουσμένο κάθε χαραυγὴ μὲ τῆς δροσιᾶς τὸ δάκρυ·
νὰ βρῶ τῆς μάνας τὰ φιλιά, τ᾽ἀδέλφια τοὺς δικούς μου
γειτόνους καὶ γειτόνισσες καὶ τοὺς συγχωριανούς μου.
Ν᾽ ἀκούσω τὰ τραγούδια τους, νὰ νοιώσω τὴ χαρὰ
Ποὺ μὄχει πάρει ἡ ἄπονη κακούργα ξενητειά!

Θέλω στὴν ἐκκλησούλα μας νὰ ξαναπροσκυνήσω
τὸν τάφο τοῦ πατέρα μου νὰ πέσω νὰ φιλήσω.
Κι ἐκεῖ στὴ βρύση τοῦ χωριοῦ στὰ πράσινα χορτάρια
νὰ γείρω δίπλα στὰ νερὰ ποὺ χύνονται καθάρια
καὶ νὰ σκεφτῶ γιὰ μιὰ στιγμὴ στὴν ἔρμη σιγαλιὰ
πόσα φαρμάκια πέρασα στὴ μαύρη ξενητειά…

Δὲν μὲ χωροῦν ἐμένα πιὰ τῆς πόλης τὰ παλάτια.
θέλω νὰ παίρνω ἀνηφοριὲς νὰ παίρνω μονοπάτια
καὶ ν᾽ ἀνεβαίνω στὰ βουνά, στὶς πιὸ ψηλὲς ραχοῦλες
νὰ πίνω γάργαρο νερὸ σ᾽ ὁλόδροσες βρυσοῦλες
νὰ βλέπω ρέματα, γκρεμοὺς καὶ δάση σκιερὰ
καὶ ν᾽ἀνασαίνω ὁλόδροσο ἀγέρι στὰ βουνά.

Θέλω νὰ βλέπω πρόβατα καὶ γίδια καὶ γελάδια
νὰ βόσκουν, νὰ βελάζουνε στὰ πράσινα λειβάδια·
ν᾽ ἀκούω τὰ κουδούνια τους τριγύρω ν᾽ ἀντηχοῦνε
ν᾽ ἀκούω τὰ δέντρα, τὰ πουλιὰ νὰ σιγοτραγουδοῦνε
βοσκοῦ φλογέρα νὰ λαλῇ μαζὶ μὲ τὰ πουλιὰ
κι ὅλων νὰ σμίγουν οἱ φωνὲς ν᾽ ἀποτελοῦνε μιά!

Θέλω νὰ τρέξω μὲ χαρὰ στὸ βότανο, στὸ θέρο
νὰ κόψω ἀγριολούλουδα στὸ σπίτι νὰ τὰ φέρω.
Θέλω στὴν ξάστερη νυχτιὰ νὰ βλέπω τ᾽ ἀστεράκια
νὰ τρεμοσβήνουνε ψηλά – ἄσβηστα καντηλάκια –
Θέλω ν᾽ ἀκούσω στὴν ἔρημη τῆς νύχτας σιγαλιὰ
τῶν πλατανιῶν τὸ θρόϊσμα, τοῦ τρυγωνιοῦ λαλιά.

Θέλω νὰ σχίζουν θλιβερὰ τῆς νύχτας τὴ γαλήνη
τοῦ γκιώνη ἀναστενάγματα τῆς κουκουβάγιας θρῆνοι·
νὰ κοιμίζουνε γλυκὰ τ᾽ ἀναστενάγματά τους
νὰ μὲ ξυπνοῦν κορυδαλλοὶ μὰ τὰ λαλήματά τους
κι ὅταν ὁ ἥλιος λαμπερὸς ἀστράφτῃ στὰ βουνὰ
νὰ τὸν καλωσορίζουνε τ᾽ἀμέτρητα πουλιά…

Περίσσιες εἶναι οἱ χάρες σου χωριό μου ζηλεμένο
περίσσιες εἶν᾽κι οἱ ὀμορφιὲς ποὺ σ᾽ἔχουν στολισμένο.
Χαρὰ σ᾽ἐκεῖνον ὅπου ζεῖ σὲ τέτοιαν εὐτυχία
Ζωὴ χαρούμενη, γλυκειά, γεμάτη ἡσυχία!
Κι ἐμένανε μὲ μάρανε ἡ σκύλα ἡ ξενητειά
Μὲ γέλασε, μὲ πλάνεσε στὰ μαῦρα της φτερά…

Ὥρα μοῦ φαίνεται ἡ στιγμὴ κι ἡ κάθε μέρα χρόνος·
μοὔφυγε ἡ πρώτη μου χαρὰ καὶ μοὔμεινεν ἕνας πόνος.
Πέρναγε χρόνε πέρναγε καὶ μὴ γυρίζῃς πίσω
νὰ ᾽ρθῃ κι ἐμένα ἡ ὥρα μου τὴν ξενητειὰ ν᾽ ἀφήσω
καὶ νὰ πετάξω σὰν πουλὶ στὴν πρώτη μου φωλιὰ
νὰ βρῶ τὰ γέλοια τὶς χαρὲς, τῆς μάνας τὰ φιλιά!...

Ἀλέξανδρος Σιδερᾶς 30 Μαρτίου 1953

Τὸ ἀπήγγειλε μιὰ μαθήτρια στὸ Δημ. Σχολεῖο Κανδήλας στὴ γιορτὴ τῶν θερινῶν διακοπῶν.

-------------------------

* Η συμπατριώτισσα μας με καταγωγή από την Κανδήλα Ξηρομέρου Παρασκευή Σιδερά - Λύτρα, σπούδασε στη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία και μετεκπαιδεύτηκε στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαιδεύσεως. Σπούδασε κατόπιν στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Γοττίγγης Κλασσική Φιλολογία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία.
Δίδαξε σε σχολεία στην Ελλάδα και στη Γερμανία και τελευταία Νεοελληνική Γλώσσα ως εντεταλμένη στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης.
Έχει δημοσιεύσει σε περιοδικά άρθρα και βιβλιοκρισίες και έχει μεταφράσει θεωρητικά και λογοτεχνικά έργα από τα Γερμανικά στα Ελληνικά και αντιστρόφως.
Κάτοχος του κρατικού βραβείου μετάφρασης έργου ελληνικής λογοτεχνίας σε ξένη γλώσσα 2007.

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα.
(2004) Επετηρίς Εταιρίας Λευκαδικών Μελετών Θ΄, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών

Μεταφράσεις.
(2016) Andreas - Salomé, Lou, 1861-1937, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Εκδόσεις Κυριακίδη ΙΚΕ.
(2015) Andreas - Salomé, Lou, 1861-1937, Το ευχαριστώ μου στον Φρόυντ, Εκδόσεις Κυριακίδη ΙΚΕ.
(2014) Ellissen, Adolf, Περίπατος στην αρχαία Αθήνα, Hellasproducts / Griechenland Zeitung [μετάφραση, επιμέλεια.
(2013) Σιδεράς, Άγις, Απόλυτη και υπαρξιακή ποίηση, Κυριακίδη Αφοί.
(2013) Andreas - Salomé, Lou, 1861-1937, Ο Φρήντριχ Νίτσε μέσα από τα έργα του, Εκδόσεις Παπαζήση.
(2012) Andreas - Salomé, Lou, 1861-1937, Θρησκεία και πολιτισμός, Κυριακίδη Αφοί.
(2012) Andreas - Salomé, Lou, 1861-1937, Περί έρωτος, Οδός Πανός.
(2012) Andreas - Salomé, Lou, 1861-1937, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κυριακίδη Αφοί.
(2009) Βιζυηνός, Γεώργιος Μ., 1849-1896, Το παιδικό παιχνίδι σε σχέση με την ψυχολογία και την παιδαγωγική, Κυριακίδη Αφοί [μετάφραση, επιμέλεια].
(2004) Kant, Immanuel, 1724-1804, Περί παιδαγωγικής, Κυριακίδη Αφοί.

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Όλα τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους από τους διαχειριστές του ιστολογίου.
Σχόλια υβριστικά, συκοφαντικά, ειρωνικά, υποτιμητικά, μειωτικά και απαξιωτικά ή σχόλια χυδαία, σεξιστικά, ρατσιστικά και θρησκευτικού μίσους, σχόλια με μηνύματα που δεν καταλαβαίνουμε, ονομαστικές αναφορές σε απλούς πολίτες και προβοκατόρικα ή σχόλια που δεν έχουν σχέση με τη παραπάνω ανάρτηση, ΔΕΝ θα δημοσιεύονται.
Επίσης ΔΕΝ θα δημοσιεύονται σχόλια που δείχνουν φανερά ότι ο σχολιαστής δεν γνωρίζει καν το θέμα που σχολιάζει, έχει φανερά πλήρη άγνοια για το αντικείμενο της ανάρτησης και απλώς σχολιάζει για να δει το σχόλιο του να δημοσιεύεται και να αισθανθεί ο ίδιος ικανοποίηση.
Τα σχόλια και τα κείμενα των αναγνωστών εκφράζουν τους ίδιους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.
Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας να διατυπώνουν τα σχόλια τους με κόσμιο τρόπο για να δημοσιευτούν.
Η Ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια για να πούμε αυτό που θέλουμε και να ασκήσουμε την κριτική μας, αποφεύγοντας όλα τα πιο πάνω που αναφέρονται.
Εάν παρ' όλα αυτά κάποιος θεωρεί ότι θίγεται από ανάρτηση ή σχόλιο στο Blog, καλείται να επικοινωνήσει μαζί μας μέσω του e-mail προς αποκατάσταση.